Στυφή γεύση στις τροφές

Γενικά

Η γεύση αυτή υπάρχει σε ελάχιστα “τρόφιμα” της καθημερινής μας διατροφής, όπως άλλωστε και η πικρή και η καυτερή. Εάν θέλει δηλαδή κανείς να τις χρησιμοποιήσει θεραπευτικά θα πρέπει να “προσθέσει” αυτές τις γεύσεις στο φαγητό του.

Αυτές οι τρείς γεύσεις υπάρχουν σε αυτά που αποκαλούμε “βότανα” ή “μπαχαρικά” και δεν είναι κάτι με το οποίο θα χορτάσει κανείς (σε αντίθεση βέβαια με τις τρείς πρώτες γεύσεις και ειδικά με τη γλυκιά και την όξινη).

Καφές και τσάι

Στυφή γεύση στις τροφέςΟ καφές με την καφεΐνη που περιέχει είναι ένα από τα κατ΄εξοχήν στυφά (και πικρά) τρόφιμα που χρησιμοποιεί ο Δυτικός Κόσμος.

Η προσπάθεια να εξισορροπηθεί η τάση του καφέ να διεγείρει το νευρικό σύστημα, οδήγησε στην ανάμιξή του με γάλα, το οποίο έχοντας έντονη την ποιότητα Kapha, μειώνει και ισορροπεί την αύξηση του Vata που φέρνει η καφεΐνη. Ακόμη βέβαια “καλύτερα” θα είναι να χρησιμοποιήσει κανείς κρέμα γάλακτος που είναι πιό πλούσια σε λιπαρά.

Είναι όμως λάθος ο συλλογισμός που λέει ότι εάν συνδυάσουμε τα δύο άκρα, τότε ο μέσος όρος είναι η ισορροπία. Στην περίπτωση του καφέ με γάλα, αυξάνεται και το Vata και το Kapha και μπορεί να αρχίσουν να εμφανίζονται τα αντίστοιχα προβλήματα.

Η τεΐνη που περιέχεται στο τσάι, έχει λιγότερη τάση για αύξηση του Vata (και γι΄αυτό η ανάμιξη με λίγο γάλα είναι αρκετή για να το “ισορροπήσει”). Ο κλασσικός ινδικός τρόπος παρασκευής του τσαγιού είναι να βράσει κανείς νερό με γάλα μαζί με φύλλα τσαγιού και να προσθέσει και κάποια άλλα βότανα ή μπαχαρικά (chai massala) ανάλογα με την περίπτωση.

Το φρέσκο “πράσινο” τσάι έχει εξαιρετικές θεραπευτικές ιδιότητες για το πεπτικό σύστημα και σκληραίνει και ενισχύει τον βλεννογόνο των εντέρων εμποδίζοντας έτσι την απορρόφηση τοξινών και άλλων επιβλαβών ουσιών, η χρήση του όμως θα πρέπει επίσης να γίνεται έχοντας σαν μέτρο την ιδιοσυγκρασία του κάθε ανθρώπου.

Μέλι

Στυφή γεύση στις τροφέςΤο μέλι όπως ήδη έχει αναφερθεί στο κεφάλαιο της γλυκειάς γεύσης, έχει σαν γεύση τη γλυκειά (και το όνομά του στα Σανσκριτικά πού είναι “madhu”, σημαίνει “γλυκό”), αλλά η υποβόσκουσα γεύση που οφείλεται στα πολλά μεταλλικά στοιχεία που περιέχει, είναι η στυφή.

Είναι γνωστό ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές ποιότητες μελιού, σε συνάρτηση με την περιοχή όπου βρίσκεται η κυψέλη και τη γύρη που χρησιμοποιείται, την εποχή του χρόνου, κλπ. Τα κλασσικά αγιουρβεδικά κείμενα αναφέρουν οκτώ βασικές ποικιλίες μελιού.

Είναι προφανές ότι το ανθόμελο από γύρη εσπεριδοειδών (πορτοκάλι, λεμόνι), έχει πολύ ελαφριά και ευχάριστη γεύση, ενώ σε αντίθεση το μέλι από κωνοφόρα δένδρα είναι πιό σκούρο, βαρύ και με έντονη γεύση.

Για την Ελλάδα το θυμαρίσιο μέλι έχει πολλές θεραπευτικές ιδιότητες και ταιριάζει ικανοποιητικά στη μέση ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων. Έχει αρκετή καυτερή και πικρή ποιότητα και έτσι τονώνει και δροσίζει τον οργανισμό το καλοκαίρι, ενώ τον χειμώνα βοηθά στη διατήρηση της καλής κατάστασης του ανοσοποιητικού συστήματος και μειώνει τα κρυολογήματα και τις λοιμώξεις.

Το μέλι προσφέρει άμεσα διαθέσιμη ενέργεια στον άνθρωπο, ενισχύει την πέψη και δροσίζει όλον τον οργανισμό. Μειώνει το Kapha και βοηθά αποτελεσματικά στην απώλεια βάρους, ανεξάρτητα από το ότι “περιέχει πολλές θερμίδες” κατά τους μοντέρνους διαιτολόγους.

Υπάρχει η άποψη ότι μειώνοντας τις θερμίδες κανείς, αδυνατίζει. Αυτό εν μέρει είναι σωστό, εάν όμως ταυτόχρονα μειώνεται και το Kapha του οργανισμού. Στην αντίθετη περίπτωση, η απώλεια των όποιων κιλών θα φέρει προβλήματα υγείας, ο άνθρωπος θα ξαναπάρει βάρος πολύ σύντομα και το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η βλάβη της υγείας του.

Εάν κάποιος διατρέφεται καθημερινά με 1,000 μόνο θερμίδες αλλά αυτές είναι από σοκολάτα, τότε δεν πρόκειται να αδυνατίσει, ενώ εάν πάρει 1,000 πάλι θερμίδες αλλά από μέλι, τότε και θα χάσει βάρος, αλλά και θα δυναμώσει τον οργανισμό του.

Η κατανάλωση μελιού δυναμώνει την όραση και την ομιλία, επιταχύνει την επούλωση πληγών και τραυμάτων, την αποκατάσταση των καταγμάτων των οστών και γενικά ενισχύει τις νοητικές λειτουργίες (μνήμη, κρίση, κλπ).

Διαβάστε επίσης