Εμβόλιο φυματίωσης

To BCG (Bacillus Calmette-Guerin ή BCG Vaccine) είναι ένα εμβόλιο περιέχει εξασθενημένα μυκοβακτηρίδια φυματίωσης βοείου τύπου (Μ. bovis) και παρέχει προστασία από τη φυματίωση.
Στην χώρα μας το εμβόλιο προέρχεται από το στέλεχος Glaxo 1077 (θυγατρικό στέλεχος του αρχικού βάκιλλου των Calmette-Guerin), παρασκευάζεται από το Ινστιτούτο Παστέρ και περιέχει 200000-1000000 μυκοβακτηρίδια ανά δόση.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

1. Προφύλαξη από φυματίωση παιδιών με αρνητική φυματινοαντίδραση, σύμφωνα με ειδικό πρόγραμμα των υγειονομικών υπηρε-σιών.
2. Προφύλαξη ατόμων τα οποία έρχονται σε επαφή με άτομα με ενεργό νόσο ή ατόμων που ζουν σε περιοχές με υψηλό δείκτη διαμόλυνσης.
3. Προφύλαξη από φυματίωση παιδιών που γεννιούνται από μητέρες φορείς AIDS, εφόσον αποδειχθεί ότι δεν έχουν βλάβες του ανοσοποιητικού τους συστήματος.
4. Συνιστάται σε νηπιαγωγούς και δασκάλους πριν από την πρόσλη-ψη, σε φοιτητές ιατρικής, νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό και σε αλλο-δαπούς από Ασιατικές και Αφρικανικές χώρες εγκατεστημένους στην Ελλάδα.

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Το εμβόλιο δεν πρέπει να χορηγείται:
1. Σε άτομα με συγγενή ή επίκτητη ανοσολογική ανεπάρκεια κυτ-ταρικού κυρίως τύπου, με κακοήθη νοσήματα, ή σε ανοσοκατασταλμένους
2. Στην εγκυμοσύνη
3. Σε άτομα με εγκαύματα, έκζεμα και πυοδερμία
4. κατά την διάρκεια εμπύρετων νοσημάτων,
5. σε άτομα με υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του εμβολίου.
6. Σε πρόωρα νεογνά κάτω των 32 εβδομάδων κύησης.

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

1. Τοπικές: Τοπικό απόστημα και παρατεταμένη εξέλκωση με δημιουργία χηλοειδούς (ανώμαλη ουλή), υποδόριο απόστημα, σύστοιχη λεμφαδενίτιδα και λεμφαγγειίτιδα. Εξελκώσεις μεγαλύτερες από 12 χιλιοστά, που επεκτείνονται προς τα πλάγια και σε βάθος, καθώς και τα αποστήματα αντιμετωπίζονται με χορήγηση ισονιαζίδης για 1-2μήνες.
2. Συστηματικές: οστεομυελίτιδα κυρίως σε βρέφη. Σε άτομα με ανοσοκατα-στολή, με χρόνια κοκκιωματώδη νόσο, με ερυθηματώδη λύκο, με κακοήθη νοσήματα ή με το σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS) μπορεί να εμφανισθεί γενικευμένη φυμα-τίωση.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε άτομα που χορηγείται ισονιαζίδη διότι παρεμποδίζεται η αντισωματική απάντηση.

ΜΟΡΦΕΣ-ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ

Φύσιγγες ξηρού εμβολίου και διαλύτης 1ml (10 δόσεις των 0,1ml). Υπάρχει και νωπό (υγρή μορφή) εμβόλιο.

ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ-ΤΡΟΠΟΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά να γίνεται ο εμβολιασμός στην νεογνική ηλικία ανεξάρτητα από τα επιδημιολογικά δεδομένα κάθε χώρας.
Επίσης συνιστάται:
α) όταν ο δείκτης διαμόλυνσης στην ηλικία των 14 ετών ξεπερνά το 5% ο εμβολιασμός να γίνεται στην νεογνική ηλικία,
β) όταν ο δείκτης διαμόλυνσης στην ηλικία των 14 ετών κυμαίνεται μεταξύ 2- 5% ο εμβολιασμός να γίνεται στην ηλικία των 5-6 ετών και
γ) όταν ο δείκτης διαμόλυνσης στην ηλικία των 14 ετών είναι μικρότερος από 2% ο εμβολιασμός να γίνεται στην ηλικία των 11 ετών.

Στην Ελλάδα το αντιφυματικό εμβόλιο χορηγείται σε ηλικία 6-7 ετών με μορφή μαζικού εμβολιασμού στο σχολείο μετά από αρνητική φυματινοαντίδραση.

ΔΕΡΜΟΑΝΤΙΔΡΑΣΗ Mantoux

Το εμβόλιο γίνεται με ενδοδερμική ένεση, νυγμούς ή σκαριφισμούς. Η ενδοδερμική ένεση προτιμάται, γιατί θετικοποιεί τη φυματιναντίδραση σε υψηλότερα ποσοστά. Στην χώρα μας το εμβόλιο γίνεται ενδοδερμικά (0,1 ml του δια-λύματος) στον αριστερό ώμο στο σημείο καταφύσεως του δελτοειδούς. Σε μερικές χώρες γίνεται στο άνω μέρος της πρόσθιας έξω επιφάνειας του μηρού γιατί ακολουθείται σε μικρότερο ποσοστό από χηλοειδή. Στα νεογνά και στα βρέφη η δόση αυτή μοιράζεται στους δύο ώμους. Σε ηλικία άνω των 2 ετών και σε ενήλικες χρησιμοποιείται αραίωση 1 mg/ml και κάτω των 2 ετών αραίωση 0,5 mg/ml.

Στη θέση του εμβολιασμού μετά από 2-4 εβδομάδες εμφανίζεται ροδόχρους βλατίδα (μικρού μεγέθους έπαρμα της επιδερμίδας σκληρής συστάσεως) μεγέθους περίπου 10 χιλιοστά. To δέρμα της βλατίδας λεπτύνεται, στίλβει (γυαλίζει) και συχνά εξελκώνεται (καταστρέφει την επιδερμίδα και αφήνει ουλή). Η εξέλκωση είναι αβαθής και επουλώνεται συνήθως μέσα σε 3 μήνες. Στην περίπτωση που κατά λάθος το BCC γίνει σε παιδί που έχει ήδη μολυνθεί από μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, εμφανίζεται διήθηση του δέρματος σε 24-48 ώρες, φλύκταινα (έπαρμα της επιδερμίδας που περιέχει πύον) σε 5-7 μέρες και η επούλωση ολοκληρώνεται σε 10-15 μέρες.

Η αποτελεσματικότητα του ΒCG ελέγχεται μετά από 3 μήνες με τη δερμοαντίδραση Mantoux (φυματινοαντίδραση), η οποία θετικοποιείται (χαρακτηρίζεται ως θετική όταν εμφανίζεται διήθηση με διάμετρο μεγαλύτερη από 3 χιλιοστά). Η μη θετικοποίηση της φυμαντινατίδρασης δεν σημαίνει απαραιτήτως αποτυχία του εμβολιασμού όπως προκύπτει από κλινικές παρατηρήσεις και από το γεγονός ότι τα λεμφοκύτταρα των εμβολιασθέντων πολλαπλάσιαζονται σε in vitro καλλιέργειες όταν προστεθεί φυματίνη. H θετική φυματινοαντίδραση μπορεί να αρνητικοποιηθεί μετά από 4 χρόνια ή ακόμη νωρίτερα αν ο εμβολιασμός γίνει σε νεογνική ηλικία.

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ-ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Το νωπό (υγρή μορφή) εμβόλιο διατηρείται σε θερμοκρασία 4°C και σε σκοτεινό μέρος μόνο για 15 μέρες, ενώ το ξηρό (λυόφιλη μορφή) διατηρείται σε θερμοκρασία 4°C και σε σκοτεινό μέρος για 10 μήνες περίπου. Το ξηρό εμβόλιο αφού διαλυθεί μπορεί να διατηρηθεί στο ψυγείο 8 ώρες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αν και το εμβόλιο της φυματίωσης εφαρμόζεται 70 χρόνια, θεωρείται ως το ασταθέστερο εμβόλιο και προκαλεί πολλές συζητήσεις για το αν πρέπει ή όχι να είναι στο πρόγραμμα υποχρεωτικού εμβολιασμού μιας χώρας. Σήμερα επικρατεί η άποψη ότι το εμβόλιο προστατεύει από 2-83% (μέση προστασία 50%) από την ανάπτυξη της πνευμονικής φυματίωσης και 58-90% (μέση προστασία 75%) από την ανάπτυξη κεγχροειδούς φυματίωσης ή φυματιώδους μηνιγγίτιδας (σοβαρές επιπλοκές της φυματίωσης). Η προστασία που παρέχει σε κάποιον, που στην οικογένειά του υπάρχει άτομο που πάσχει από φυματίωση, κυμαίνεται από 53% έως 74%. Για τις χώρες της Ευρώπης έχει βρεθεί ότι προστατεύει από κλινική νόσηση σε ποσοστό 80%, δηλαδή υποτετραπλασιάζει τον κίνδυνο και ότι προλαμβάνει την εμφάνιση των εξωπνευμονικών μορφών φυματίωσης.
Η ισχύς του εμβολίου επηρεάζεται από το στέλεχος που περιέχει, τη μεθοδολογία παρασκευής του, τη συντήρηση, τη δόση και την τεχνική εφαρμογής του, ενώ η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την επίδραση ποικίλων περιβαλλοντικών και άλλων παραγόντων, όπως την ηλικία, το ανοσολογικό υπόστρωμα και την κατάσταση της θρέψεως του ατόμου που εμβολιάζεται, τον επιπολασμό (συχνότητα εμφάνισης) της φυματίωσης και την λοιμογόνο ισχύ των στελεχών του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης και των άλλων τύπων μυκοβακτηριδίων στην περιοχή, την τυχόν νόσηση από κάποιον άλλο λοιμογόνο παράγοντα κατά τον εμβολιασμό κ. ά.

Διαβάστε επίσης