Κύηση και ηπατίτιδα Β

Γενικά

Η ηπατίτιδα είναι ιογενής λοίμωξη και οφείλεται τους ιούς της ηπατίτιδας τύπου Α, Β, μη-Α μη-Β και C. Από μαιευτική άποψη, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ιός τύπου Β (HBV).

Κλινική εικόνα

Ο μεγάλος χρόνος επώασης και η προοδευτική εγκατάσταση των συμπτωμάτων χαρακτηρίζουν την κλινική εκδήλωση της ηπατίτιδας τύπου B. Τα συμπτώματα είναι ανορεξία, ναυτία, έμετοι, κόπωση και δεκατική πυρετική κίνηση. Επίσης, στα πρόδρομα συμπτώματα μπορεί να είναι οι αρθραλγίες και αναφυλακτικές εκδηλώσεις. Στην οξεία φάση της λοίμωξης παρουσιάζεται ίκτερος, αποχρωματισμός των κοπράνων και υπέρχρωση των ούρων. Σπάνια εκδηλώνεται με κώμα, του οποίου η θνητότητα φθάνει σε ποσοστό 80%. Η ανάρρωση από τη λοίμωξη είναι μακροχρόνια και πολλές φορές διαρκεί μέχρι και έξι μηνες.

Διάγνωση

Η διάγνωση της νόσου βασίζεται στην κλινική εικόνα και επιβεβαιώνεται με τον εργαστηριακό έλεγχο. Στον εργαστηριακό έλεγχο έχουμε χαρακτηριστική αύξηση των τρανσαμινασών, ελάττωση των παραγόντων της πήξης του αίματος, αύξηση της χολερυθρίνης του ορού και την ανίχνευση του επιφανειακού αντιγόνου.

Τρόποι μετάδοσης στο έμβρυο

Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο ιός της ηπατίτιδας Β διέρχεται τον πλακουντιακό φραγμό. Αυτό αποδεικνύεται από την ανεύρεση του επιφανειακού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β (HBsAg) στο αμνιακό υγρό σε ποσοστό 33% των περιπτώσεων, στο αίμα του ομφάλιου λώρου σε ποσοστό 50% και στο γαστρικό υγρό των νεογέννητων σε ποσοστό 95% περίπου. Επίσης, η προσβολή του εμβρύου από τον ιό μπορεί να γίνει μέσω των τραυματισμών των βλενογόνων του, την κατάποση κολπικών εκκρίσεων, με αίμα της μητέρας από το έμβρυο και στις διάφορες τραυματικές μεθόδους που εφαρμόζονται κατά την εντατική παρακολούθηση του εμβρύου, όπως αιμοληψία κατά τον τοκετό, εσωτερική καρδιοτοκογραφία κά. Ο θηλασμός, δεν έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί οδό προσβολής του νεογέννητου παρά το γεγονός ότι ανιχνεύεται το HBsAg στο γάλα της μητέρας. Θεωρητικά, ο κίνδυνος υπάρχει όταν διαπιστωθούν μικροτραυματισμοί στην θηλή του μαστού, συνεπώς, από τα στοιχεία αυτά θηλασμός είναι προτιμότερο να αποφεύγεται.

Η ηπατίτιδα στην κύηση έχει σχέση, ανάλογα με την εβδομάδα της κύησης, με αποβολές 7%, προωρότητα 20%, και αυξημένο ποσοστό μητρικής θνησιμότητας στο 13%. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης ο ιός της ηπατίτιδας τύπου Β προσβάλλει το έμβρυο σε ποσοστό 10% ενώ κατά το τρίτο τρίμηνο, σε ποσοστό 50-76%. Ατομα που έχουν νοσήσει κατα το παρελθόν από ηπατίτιδα Β παραμένουν φορείς σε ποσοστό 5-10% και μπορούν να μεταδώσουν την λοίμωξη. Ο κίνδυνος μετάδοσης αυξάνεται όταν στα άτομα αυτά ανιχνεύεται το αντίγονο e το οποίο, δηλώνει την ύπαρξη μεγάλων συγκεντρώσεων του ιού τύπου Β. Η σημασία της προσβολής των νεογέννητων είναι ότι σε ποσοστό 90% θα καταστούν χρόνοι φορείς HBsAg που πιθανόν να διατηρηθεί για όλη τους τη ζωή. Επίσης, υπάρχει το ενδεχόμενο του αυξημένου κινδύνου ανάπτυξης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας, κίρρωσης και του πρωτοπαθούς ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Στο γενικό πληθυσμό ο κίνδυνος να παρουσιάσουν τα νεογέννητα αντιγοναιμία είναι 10%.

Πρόληψη

Στα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για το περιορισμό του αριθμού των νεογέννητων που θα προσβληθούν από τη νόσο, εφ’ όσον είναι γνωστό ότι η μητέρα είναι φορέας του HBsAg, είναι η ανοσοποίηση του νεογέννητου, η οποία περιλαμβάνει την άμεση χορήγηση της ειδικής ανοσοσφαιρίνης HBIG κατα τη γέννηση και την επανάληψη της ίδιας δόσης στους 3 και στους 6 μήνες μετά τη γέννηση. Επίσης, αν μια HBsAg – αρνητική έγκυος, εκτεθεί σε κίνδυνο προσβολής από την ηπατίτιδα Β, επιβάλλεται η παθητική ανοσοποίησή της με την χορήγηση αντι – HBs ανοσοσφαιρίνης η οποία πρέπει να δοθεί αμέσως και όχι αργότερα από 7 ημέρες με επαναληψή της σε 25 με 30 μέρες. Ακόμα, σε γυναίκες οι οποίες είναι προσβεβλημένες απο ηπατίτιδα Β ή φορείς της νόσου, κατά το τοκετό πρέπει να δίνεται ιδιαιτερη προσοχή στη χρησιμοποίηση και στην απόρριψη του αναλώσιμου υλικού.

Ο τοκετός μπορεί να γίνει κολπικά ή με καισαρική τομή. Τα νεογνά αυτά είναι υψηλού κινδύνου για περιγεννητική λοίμωξη από τον ιό της ηπαττίτιδας Β και της χρόνιας λοίμωξης του HBV που σχετίζεται με επιπλοκές όπως χρόνια ηπαττίτιδα, κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Επίσης, όλες οι έγκυες γυναίκες πρέπει να εξετάζονται για HBsAg στην αρχή της εγκυμοσύνης τους, ώστε να καθοριστεί αν τα νεογνά θα χρειαστούν ανοσοπροφύλαξη για πρόληψη της προσβολής τους από τη νόσο.

Διαβάστε επίσης