ΚΑΤΑΓΜΑ

Σύντομη περιγραφή – ορισμός

Κάταγμα είναι η κάκωση του οστού κατά την οποία προκαλείται διακοπή της συνέχειάς του, όταν σπάζει δηλαδή ή ραγίζει σε κάποιο σημείο του.

Παθογένεια

Κάταγμα προκαλείται συνήθως από σημαντική βία, αφού η αντοχή του οστού είναι μεγάλη. Μπορεί όμως να προκληθεί κάταγμα και με τη δράση ασήμαντης βίας σε οστά που έχουν μειωμένη αντοχή (π.χ. οστεοπόρωση) γι’ αυτό και το κάταγμα αυτό χαρακτηρίζεται ως παθολογικό. Υπάρχουν βέβαια και τα κατάγματα εκ κοπώσεως όταν η βία δρα κατ’ επανάληψη κατά συχνά χρονικά διαστήματα και με την ίδια πάντα κατεύθυνση.

Ταξινόμηση

Τα κατάγματα διαιρούνται και ταξινομούνται με διάφορα κριτήρια έτσι ώστε να προσδιορίζεται η βαρύτητα τους, η σταθερότητά τους και να καθορίζεται ο τρόπος θεραπείας τους.
Το ιστορικό, η κλινική εξέταση και ο ακτινολογικός έλεγχος σε δυο τουλάχιστον επίπεδα 90 μοιρών μεταξύ τους οδηγούν τις περισσότερες φορές στη διάγνωση του κατάγματος.

Κλινική εικόνα

Τα κλασικά συμπτώματα είναι ο πόνος στην περιοχή της κάκωσης και η δυσχέρεια ή αδυναμία για την χρησιμοποίηση του μέλους.

Τα κλινικά σημεία της βλάβης είναι η παραμόρφωση, το οίδημα, η μεγάλη ευαισθησία της περιοχής και ο κριγμός μεταξύ των σπασμένων τμημάτων.

Μετά τη διάγνωση της βλάβης απαραίτητος είναι ο προσεκτικός έλεγχος των αγγείων και νεύρων περιφερικότερα των καταγμάτων.

Θεραπεία

Η θεραπεία του κατάγματος μπορεί να είναι συντηρητική (γύψος, νάρθηκας, συνεχής έλξη) ή χειρουργική (εσωτερική οστεοσύνθεση, εξωτερική οστεοσύνθεση). Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζεται η πιο κατάλληλη μέθοδος για το συγκεκριμένο κάταγμα. Η θεραπεία του κατάγματος έχει βασικό σκοπό τη πώρωση των τμημάτων του οστού στην κανονική θέση τους ή τουλάχιστον σε μια κατάλληλη λειτουργική θέση, τέτοια δηλαδή που να μην εμποδίζεται η λειτουργικότητα του μέλους.

Διαβάστε επίσης