Εμβόλια

Γενικά

Τα εμβόλια είναι ειδικές ουσίες (αντιγόνα), που χωρίς ή με ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες διεγείρουν τους αμυντικούς μηχανισμούς του οργανισμού με αποτέλεσμα την παραγωγή των αντισωμάτων, που μας προφυλάσσουν ολικά ή μερικά, μόνιμα ή παροδικά από τις ασθένειες που προκαλούν οι παθογόνοι παράγοντες, που αντιστοιχούν στα αντιγόνα τους.

Οι προϋποθέσεις για να τεθεί σε χρήση ένα εμβόλιο είναι
– να μην προκαλεί νόσο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
– να προκαλεί μακράς διάρκειας ανοσία
– να παρασκευάζεται εύκολα και να μπορεί να μετρηθεί η αντισωματική του απάντηση και
– το εμβολιαζόμενο άτομο δεν πρέπει να μεταδίδει νόσο σε επίνοσα άτομα (αυτά που δεν έχουν αρρωστήσει από το αντίστοιχο νόσημα).

Η προστασία που παρέχει ένα εμβόλιο εξαρτάται από τους ακόλουθους παράγοντες
– αν περιέχει ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς
– αν το μόριο του αντιγόνου είναι μεγάλο και πολύπλοκο
– αν το πρωτεϊνικό αντιγόνο είναι προσροφημένο και
– αν η οδός χορήγησης του εμβολίου μιμείται την οδό της υσικής μόλυνσης.

Τα εμβόλια περιέχουν
– εξασθενημένους παθογόνους μικροοργανισμούς (φυματίωσης, πολιομυελίτιδας (OPV), ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας)
– αδρανοποιημένους λοιμογόνους παράγοντες (εμβόλια για κοκκύτη, πολιομυελίτιδας ( IPV),
– τροποποιημένο ατοξικό προϊόν του παθογόνου μικροοργανισμού (τοξοειδές του τετάνου, της διφθερίτιδας) και
– τμήμα του λοιμογόνου παράγοντα (εμβόλιο της ηπατίτιδας Β).

Τα εμβόλια μπορεί να είναι
– μονοδύναμα (περιέχουν ένα μόνο μικροοργανισμό, τμήμα ή τροποποιημένο προϊόν του), όπως το εμβόλοι της φυματίωσης, του τετάνου, της ηπατίτιδας Β, ή
– πολυδύναμα (περιέχουν περισσότερα είδη μικροοργανισμών, ή τροποποιημένα προϊόντα τους ή περισσότερους τύπους ενός λοιμογόνου παράγοντα), όπως το εμβόλιο της ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας, το διπλό διφθερίτιδας-τετάνου, της πολιομυελίτιδας (OPV).

Βασικές αρχές για τους εμβολιασμούς

1. Οι γονείς πρέπει να ενημερώνονται από τον ιατρό για τα πλεονεκτήματα και τα ενδεχόμενα μειονεκτήματα του εμβολίου που πρόκειται να γίνει στο παιδί τους, καθώς και για τους κινδύνους από την νόσο, για την πρόληψη της οποίας γίνεται το εμβόλιο.

2. Πρέπει να εξετάζεται κάθε παιδί πριν εμβολιαστεί. Ηπια ιογενή νοσήματα, κυρίως των ανώτερων αναπνευστικών οδών ακόμη και με πυρετό (<38,5 ° C στο ορθό) δεν αποτελούν απόλυτη ένδειξη αναβολής του εμβολιασμού, ιδιαίτερα όταν οι γονείς είναι αμελείς και δεν ακολουθούν το πρόγραμμα εμβολιασμών.

3. Πρέπει να ακολουθείται το σχετικό για την ηλικία του παιδιού χρονοδιάγραμμα εμβολιασμών, ώστε πρακτικά να μηδενίζεται η πιθανότητα να νοσήσει το παιδί.

4. Εμβολιασμός που διακόπηκε ή καθυστέρησε για οποιοδήποτε λόγο συνεχίζεται κανονικά. Με άλλα λόγια ποτέ δεν χάνεται μια δόση εμβολίου ανεξάρτητα από πότε έγινε, γιατί η ανοσολογική μνήμη (παραγωγή ειδικών αντισωμάτων) που προκαλεί ο εμβολιασμός διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα και ενεργοποιείται μετά από κάθε παρόμοιο αντιγονικό ερέθισμα.

5. Προωρότητα. Τα πρόωρα βρέφη, συμπεριλαμβανομένων και όσων έχουν μικρό βάρος γέννησης, πρέπει να εμβολιάζονται με βάση την χρονολογική τους ηλικία (ηλικία από την γέννηση) κι όχι με βάση την διορθωμένη λόγω της προωρότητας (ηλικία που θα είχαν, αν είχαν γεννηθεί κανονικά). Πρέπει δηλαδή να εμβολιάζονται όπως και τα υπόλοιπα βρέφη, τόσο όσον αφορά την ημερομηνία έναρξης και το χρονοδιάγραμμα των εμβολιασμών, όσο και ως προς τη χορηγούμενη δόση.

6. Συντήρηση εμβολίων. Η αντιγονική ισχύς ενός εμβολίου δεν εξαρτάται μόνο από το είδος και τον τρόπο παρασκευής του, αλλά και από τις συνθήκες μεταφοράς και φύλαξης του. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά τη χρησιμοποίηση ειδικής κάρτας ελέγχου, της οποίας το χρώμα αλλάζει από λευκό σε κυανό, όταν η θερμοκρασία συντήρησης των εμβολίων υπερβαίνει τους 10 °C, οπότε έχουμε αδρανοποίηση του εμβολίου. Γενικά, όλα τα εμβόλια πρέπει να διατηρούνται από την στιγμή της παρασκευής τους μέχρι τη χρησιμοποίησή τους σε θερμοκρασία 2-8 °C. Εξαιρείται η συσκευασία των πολλαπλών δόσεων του εμβολίου της πολιομυελίτιδας, που περιέχει ζωντανούς εξασθενημένους ιούς (Sabin), το οποίο διατηρείται στην κατάψυξη και παραμένει σταθερό μετά από επανειλημμένες αποψύξεις, εφόσον ο συνολικός χρόνος συντήρησής του εκτός κατάψυξης δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες. Πρέπει να αποφεύγεται η κατάψυξη των εμβολίων (τοξοειδή διφθερίτιδας- τετάνου, του κοκκύτη, τα συνδεδεμένα με πρωτεϊνη εμβόλια του αιμόφιλου της γρίππης, του πνευμονιοκόκκου, του ιού της γρίππης και της ηπατίτιδας Β, για να μην χάνουν την αντιγονική τους ισχύ. Τα εμβόιλια της ιλαράς, ερυθράς και παρωτίτιδας μπορούν να καταψυχθούν όχι όμως και η φύσιγγα με τον διαλύτη, γιατί μπορεί να σπάσει. Τα ξηρά εμβόλια ιλαράς, ερυθράς και παρωτίτιδας μετά από την προσθήκη του διαλύτη διατηρούν την ισχύ τους στο ψυγείο το πολύ 8 ώρες, ενώ τα συνδεδεμένα με πρωτεΐνη εμβόλια του αιμόφιλου της γρίππης τύπου b, το πολύ 24 ώρες. Για τη σωστή φύλαξη των εμβολίων πρέπει α)να ελέγχεται τακτικά η θερμοκρασία του ψυγείου με θερμόμετρο, β) να τοποθετούνται τα εμβόλια στον κύριο κορμό του ψυγείου και όχι σε ράφια της πόρτας και γ) να μην ανοιγοκλείνουμε συχνά το ψυγείο. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται η διάρκεια της αντιγονικής ισχύος των εμβολίων της διφθερίτιδας-τετάνου (DT), του τετάνου (T), της διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη (DTP), της πολιομυελίτιδας (OPV) και της ιλαράς ανάλογα με την θερμοκρασία.

Εμβόλια7. Πρέπει να ελέγχεται απαραίτητα η ημερομηνία λήξεως του εμβολίου.

8. Χορήγηση εμβολίων. Ολα τα εμβόλια χορηγούνται παρεντρικώς (ενδομυϊκά ή υποδόρια), εκτός από το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας (Sabin), που περιέχει ζωντανούς εξασθενημένους ιούς και δίνεται από το στόμα. Τα εμβόλια διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη, αιμόφιλου της γρίππης, ηπατίτιδας Α και Β, γρίππης, πολιομυελίτιδας (με αδρανοποιημένους ιούς) χορηγούνται ενδομυϊκά, τα εμβόλια της ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας, ανεμοβλογιάς και μηνιγγιτιδοκόκκου γίνονται υποδόρια, το εμβόλιο του πνευμονιοκόκκου μπορεί να χορηγηθεί είτε υποδόρια είτε ενδομυϊκά, ενώ το εμβόλιο της φυματίωσης χορηγείται ενδοδερμικά. Τα εμβόλια που χορηγούνται παρεντρικώς πρέπει να γίνονται με σύριγγες και βελόνες μιας χρήσεως. Οι βελόνες για ενδομυϊκή χορήγηση θα πρέπει να έχουν μήκος 2,6 cm (εκατοστά) και εύρος 22-23 gauge για τα βρέφη, ενώ στα νήπια και τα μεγαλύτερα παιδιά το μήκος της βελόνας μπορεί να κυμαίνεται από 2,5 μέχρι 3,2 cm και το εύρος 20-22 gauge. Για υποδόρια ή ενδοδερμική χορήγηση θα πρέπει οι βελόνες να έχουν μήκος 1,5-2 cm και εύρος 25 gauge.

Τα ενδομυϊκά εμβόλια θα πρέπει να γίνονται στην πρόσθια έξω επιφάνεια του μηρού στο όριο μέσου και κάτω τριτημορίου στα βρέφη ή στην άνω μοίρα του δελτοειδούς μυός στα παιδιά, θέσεις που είναι ιδιαίτερα ασφαλείς, γιατί έχουν μεγαλύτερη μυϊκή μάζα στις ηλικίες αυτές και επιτρέπουν καλύτερη απορρόφηση και όχι στους γλουτούς, γιατί εκτός από τον κίνδυνο τρώσης του ισχιακού νεύρου, δεν εξασφαλίζεται πάντα ικανοποιητική αντισωματική απάντηση. Εμβόλια που είναι προσροφημένα σε ουσίες με ανοσοδιεγερτική δράση, π.χ. φωσφορικό αργίλιο, ή υδροξείδιο του αργιλίου (διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη, διφθερίτιδας-τετάνου, διφθερίτιδας-τετάνου τύπου ενήλικα) πρέπει να γίνονται αυστηρά βαθειά ενδομυϊκά, γιατί αν τα αντιγόνα τους διαχυθούν στον λιπώδη ιστό μπορεί να δημιουργήσουν αποστήματα, κοκκιώματα, νεκρώσεις ή τοπική ατροφία.

9. Δοσολογία εμβολίων. Η δοσολογία και ο αριθμός των δόσεων κάθε εμβολίου έχουν καθοριστεί με βάση την πειραματική και την κλινική εικόνα. Πρέπει επομένως να αποφεύγονται οι παρεκκλίσεις, που αφορύν είτε την δόση (μικρότερη δόση σημαίνει ανεπαρκής προστασία του εμβολιαζόμενου και όχι απαραίτητα ελάττωση της πιθανότητας εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών), είτε τον αριθμό των δόσεων (χορήγηση μικρότερης ποσότητας εμβολίου σε περισσότερες δόσεις μπορεί να είναι επικίνδυνη, γιατί χορηγείται μεγαλύτερη ποσότητα αντιγόνου).

10. Εναλλαγή ιδιοσκευασμάτων. Εμβόλια κατά συγκεκριμένου μικροοργανισμού που παράγονται από διαφορετικό παρασκευαστή μπορεί να παρουσιάζουν διαφορές όσον αφορά την αντισωματική απάντηση που επιτυγχάνουν. Για όλα τα εμβόλια είναι δυνατή η εναλλαγή ποικίλων ιδιοσκευασμάτων τόσο κατά τον βασικό, όσο και κατά τον αναμνηστικό εμβολιασμό με μικρή μόνο επιφύλαξη για τα ιδιοσκευάσματα του εμβολίου κατά του αιμόφιλου της γρίππης.

11. Ταυτόχρονη χορήγηση – μεσοδιαστήματα εμβολιασμών. Εμβόλια που μπορεί να γίνουν την ίδια μέρα με ξεχωριστή όμως σύριγγα και σε διαφορετική θέση είναι:1)διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη, συνδεδεμένο εμβόλιο του αιμόφιλου της γρίππης, ηπατίτιδας Β, πολιομυελίτιδας (με αδρανοποιημένους ή με ζωντανούς εξασθενημένους ιούς) και το εμβόλιο της ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας, 2) το εμβόλιο του ιού της γρίππης και του πνευμονιοκόκκου. Γενικά, δύο ή περισσότερα εμβόλια που περιέχουν νεκρούς μικροοργανισμούς ή αντιγόνα τους μπορεί να χορηγηθούν ταυτόχρονα ή με οποιοδήποτε μεσοδιάστημα μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει όταν το ένα περιέχει ζωντανούς μικροοργανισμούς και το άλλο νεκρούς μικροοργανισμούς ή αντιγόνα τους. Αντίθετα δύο ή περισσότερα εμβόλια που περιέχουν ζωντανούς μικροοργανισμούς μπορεί να χορηγηθούν ταυτόχρονα ή διαφορετικά με μεσοδιάστημα μεταξύ τους τουλάχιστον 4 εβδομάδες, με εξαίρεση τα εμβόλια πολιομυελίτιδας (με ζωντανούς εξασθενημένους ιούς) και ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας, που μπορεί να χορηγηθούν με οποιοδήποτε μεσοδιάστημα μεταξύ τους.

Πραγματικές και μη αντενδείξεις των εμβολιασμών

Πραγματικές αντενδείξεις για όλα τα εμβόλια είναι:
– ιστορικό συστηματικής αλλεργικής αντίδρασης (αναφυλαξία) σε προηγούμενη δόση ή συστατικό του εμβολίοιυ και
– κάθε νόσος μέτριας ή μεγάλης βαρύτητας, ανεξάρτητα από την παρουσία ή όχι πυρετού.

Πραγματικές αντενδείξεις για τα εμβόλια της διφθερλιτιδας-τετάνου-κοκκύτη (ολοκυτταρικό DTP και ακυτταρικό DTaP) είναι η παρουσία:
– εγκεφαλοπάθειας εντός 7 ημερών
– καταπληξίας (shock) εντός 24 ωρών
– σπασμών εντός 3 ημερών
– υπερπυρεξίας (θερμοκρασία >40,50 C) εντός 48 ωρών
– επίμονο κλάμα δίαρκειας >3 ώρες εντός 48 ωρών
Στα παιδιά αυτά συνιστάται να μην εμβολιάζονται με το ίδιο εμβόλιο (εμβολιάζονται με το διπλό διφθερλιτιδας-τετάνου DT ή dΤ).

Πραγματικές αντενδείξεις για το εμβόλια της πολιομυελίτιδας που περιέχει ζωντανούς εξασθενημένους ιούς (Sabin) είναι:
– η ανοσοκαταστολή του εμβολιαζόμενου,αλλά και ατόμου του περιβάλλοντος του
– η κύηση

Πραγματική αντένδειξη για το εμβόλια της πολιομυελίτιδας που περιέχει αδρανοποιημένους ιούς (Salk) είναι:
– η αλλεργία στην νεομυκίνη ή στρεπτομυκίνη

Πραγματικές αντενδείξεις για το εμβόλιο της ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας (MMR) είναι:
– αλλεργία στο αυγό (γίνεται εμβολιασμός με ειδικές τεχνικές απευαισθητοποίησης) ή στην νεομυκίνη
– κύηση
– ανοσοκαταστολή
– χορήγηση γ-σφαιρίνης τους τελευταίους 3-11 μήνες.

Δεν αποτελούν αντένδειξη για εμβολιασμό οι ακόλουθες καταστάσεις:
– Ηπια νόσος (το είδος και η σοβαρότητα της υποκείμενης νόσου κι όχι τόσο η ύπαρξη ή όχι πυρετού καθορίζουν αν θα γίνει ή όχι ο εμβολιασμός).
– Η χορήγηση αντιβιοτικών
– Η πρόσφατη έκθεση σε λοιμώδες νόσημα
– Η τοπική αντίδραση (π,χ, πρήξιμο ή ερυθρότητα) σε προηγούμενη δόση του εμβολίου
– Το ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό ατοπίας
– Η προωρότητα
– Ο θηλασμός
– Η κύηση της μητέρας του παιδιού που εμβολιάζεται
– Το οικογενειακό ιστορικό επιληψίας (για εμβολιασμό κατά του κοκκύτη ή της ιλαράς).
– Χρόνια νοσήματα καρδιακά, πνευμονικά, νεφρικά ή ηπατικά.
– Σταθερές νευρολογικές παθήσεις, όπως εγκεφαλική παράλυση ή σύνδρομο Down
– Δερματώσεις
– Υποσιτισμός

Ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων

Οφείλονται στο αντιγόνο του εμβολίου ή σε άλλες ουσίες που περιέχονται στο διαλυτικό υγρό (αντιβιοτικά, σταθεροποιητικές ουσίες κλπ).

Συχνότερες είναι οι τοπικές αντιδράσεις, όπως ερυθρότητα, πόνος, οίδημα (πρήξιμο) στο σημείο της ένεσης και σπανιότερα σύστοιχη λεμφαδενίτιδα.

Στις γενικευμένες αντιδράσεις περιλαμβάνονται η ανησυχία,η κακουχία, ο πυρετός, τα κνιδωτικά εξανθήματα και σπανιότερα η αναφυλαξία, οι σπασμοί και η εγκεφαλίτιδα.

Διαβάστε επίσης