ΑΛΛΕΡΓΙΑ

Άλλες ονομασίες

Διαταραχές υπερευαισθησίας

Σύντομη περιγραφή – ορισμός

Καλούνται οι εντοπισμένες ή γενικευμένες αντιδράσεις σε οποιοδήποτε σύστημα οργάνων του σώματος, που προκαλούνται από μια μεγάλη ποικιλία βλαπτικών παραγόντων και οφείλονται στην ανώμαλη αντιδραστικότητα του αυτονόμου νευρικού συστήματος. Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να είναι οξείες, υποξείες ή χρόνιες, άμεσες ή επιβραδυνόμενες. Υπάρχει οικογενειακό ιστορικό αλλεργίας στις περισσότερες περιπτώσεις. Μια πραγματική αλλεργική αντίδραση διαβιζάζεται ανοσολογικά, δηλαδή έχουμε αντισώματα μετά από επανέκθεση σε κάποιο αντιγόνο.

Ταξινόμηση

Υπάρχουν 4 τύποι αλλεργίας:

Ο τύπος Ι, που καλείται και αναφυλακτικός. Είναι άμεση η εμφάνιση αλλεργίας, το κύριο υπεύθυνο αντίσωμα που την προκαλεί είναι η ΙgE και χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτού του τύπου είναι η αναφυλαξία από φάρμακα, από δηλητήριο εντόμων, ορισμένοι τύποι βρογχικού άσθματος, η αλλεργική ρινίτιδα και η κνίδωση.

Ο τύπος ΙΙ ή κυτταροτοξικός. Τα υπεύθυνα αντισώματα είναι είναι τα IgG & τα IgM, τα οποία προκαλούν κυτταρική καταστροφή. Είναι ο τύπος της αλλεργίας που παρατηρείται στις αιμολύσεις από μετάγγιση και στις αιμολύσεις αυτοάνοσου τύπου.

Ο τύπος ΙΙΙ ή τύπου ορονοσίας. Τα υπεύθυνα αντισώματα είναι τα IgG & τα IgM, τα οποία όμως σε αυτήν την περίπτωση δρουν προκαλώντας βλάβες στα αγγεία. Παραδείγματα αυτού του τύπου είναι η ορονοσία (συστηματική αλλεργική αντίδραση που εμφανίζεται 2-3 εβδομάδες μετά τη χορήγηση κάποιου φαρμάκου ή ορού και χαρακτηρίζεται από πυρετό, κνιδωτικό εξάνθημα, έμετους και σε σπάνιες περιπτώσεις από σοβαρή νευροπάθεια, νεφροπάθεια και αγγειίτιδα) και η αλλεργική δερματίτιδα από επαφή.

Ο τύπος ΙV ή επιβραδυνόμενος ή αντίδραση τύπου φυματίνης, ο οποίος παρατηρείται όταν έχουμε απόρριψη κάποιου μοσχεύματος και σε παθήσεις όπως είναι η φυματίωση ή οι μυκητιάσεις. Εμφανίζεται μετά από αρκετό χρονικό διάστημα από την επαφή με τον ερεθιστικό παράγοντα και φαίνεται ότι στη γένεσή της παίζει σημαντικό ρόλο η κυτταρική ανοσία ( δηλ τα Τ λεμφοκύτταρα).

Μηχανισμοί

Ουσιαστικά στην αλλεργική αντίδραση έχουμε την απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων από ουσίες, όπως είναι η ισταμίνη, η σεροτονίνη και οι προσταγλανδίνες (μεταξύ των άλλων), οι οποίες αντιδρούν με μια σειρά από ιστούς όπως είναι τα αγγεία (αυξάνουν τη διάμετρο των αγγείων προκαλώντας υπόταση), με το δέρμα (αυξάνουν τις αναστομώσεις των αγγείων, προκαλούν την εμφάνιση κνιδωτικού εξανθήματος), με τους πνεύμονες (σύσπαση των βρόγχων) κλπ Η αντίδραση αυτή είναι υπεύθυνη και για την κλινική εικόνα της αλλεργίας.

Συχνά αίτια αλλεργίας

Τα συχνότερα αίτια αλλεργίας είναι τα φάρμακα (αντιβιοτικά – πχ, πενικιλίνες, σουλφοναμίδες – ασπιρίνη, εμβόλια, οροί, διάφορες ουσίες που χρησιμοποιούνται στην ακτινολογία ως σκιαγραφικά), τσιμπήματα εντόμων (πιο συχνά οι σφήκες από τις μέλισσες), η επαφή με επιφάνειες φυτών ή φρούτων (πχ, τσουκνίδα, ροδάκινο), η γύρη των λουλουδιών, τα θαλασσινά (κυρίως γαρίδες, καραβίδες, όστρακοειδή) και τα ακάρεα που βρίσκονται στο σπίτι.

Κλινική εικόνα

Οι αλλεργικές αντιδράσεις περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικιλία από συμπτώματα. Μπορεί να είναι εντοπισμένα (πχ, μια έντονη τοπική αντίδραση σε κάποιο τσίμπημα από σφήκα), ή μπορεί να είναι γενικευμένα (έντονο κνιδωτικό εξάνθημα με πομφούς, πυρετό, διάχυτη ερυθρότητα δέρματος). Μπορούν να εμφανισθούν άμεσα, λίγη ώρα μετά τη χορήγηση κάποιου φαρμάκου, ή τη λήψη κάποιας ερεθιστικής τροφής, ή μετά από εβδομάδες (όπως ήδη αναφέρθηκε στην ορονοσία). Μπορεί να είναι ήπια (επίμονο φτάρνισμα σε αλλεργική ρινίτιδα) ή εξαιρετικά σοβαρά και απειλητικά για την ζωή (αναφυλακτικό σοκ).
Τα μεγαλύτερα προβλήματα ξεκινούν από το ότι δεν είναι σε θέση κάποιος εκ των προτέρων, να μαντέψει την εξέλιξη μιας αλλεργικής αντίδρασης. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η αλλεργική αντίδραση είναι ιδιοσυστασιακή αντίδραση, δηλαδή στο ίδιο αίτιο, ο κάθε ασθενής μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά. Στην πλειοψηφία των οξέων περιπτώσεων, μετά από 1-2 ημέρες η συμπτωματολογία παρέρχεται. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις ο ασθενής πέφτει σε κατάσταση σοκ, με χαμηλή πίεση, με ολιγουρία, με εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα (σύγχυση, απώλεια συνείδησης, παραισθήσεις κλπ), κυάνωση, αίσθηση πνιγμονής και σπασμούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις (πιο συχνά παρατηρείται σε φαρμακευτικές αλλεργίες), το εξάνθημα μπορεί να γίνει συρρέον, νεκρωτικό και αιμορραγικό, συντελώντας στην επιδείνωση της εικόνας του σοκ. Στην οξεία αναφυλαξία, ο θάνατος μπορεί να επέλθει μέσα σε 5-10 λεπτά.
Οι χρόνιες αλλεργικές κατάστασεις είναι ενοχλητικές (αλλεργική ρινίτιδα με φτάρνισμα, δακρύρροια, ξηρό βήχα) η μπορεί να αποτελέσουν σημαντικό πρόβλημα (εμφάνιση ή επιδείνωση βρογχικού άσθματος).

Θεραπεία

Σε κάθε οξεία αλλεργική αντίδραση η θεραπεία θα πρέπει να είναι επείγουσα. Και στην επείγουσα θεραπεία δεν έχει θάση η κορτιζόνη. Το φάρμακο εκλογής που χρησιμοποιείται είναι η αδρεναλίνη, η οποία μπορεί να επαναληφθεί σε 5-10 λεπτά ανάλογα με τις ανάγκες. Προσοχή στη χορήγηση χρειάζεται όταν ο ασθενής έχει πρόβλημα καρδιοπάθειας.
’λλα μέτρα στην οξεία φάση είναι η κατάκλιση του ασθενούς, η προσπάθεια διατήρησης των αεραγωγών ανοιχτών (ο αλλεργικός μπορεί να πεθάνει από κλείσιμο των αεραγωγών από οίδημα λάρυγγα) – στην ανάγκη γίνεται τραχειοστομία -, χορηγείται οξυγόνο, οροί και στην ανάγκη φάρμακα που ανεβάζουν την πίεση και βρογχοδιασταλτικά.
Αν ο ασθενής δεν αντιδράσει στην αδρεναλίνη μπορεί να χορηγηθεί υδατική, υδροχλωρική διφαινυδραμίνη.
Στις χρόνιες περιπτώσεις η θεραπεία στηρίζεται στην χρησιμοποίηση αντιισταμινικών φαρμάκων (ιδιαίτερα χρήσιμα στην αντιμετώπιση της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας, της κνίδωσης, της ορονοσίας και των κεντρισμάτων εντόμων) και κορτικοστεροειδών (καταστέλουν τη φλεγμονώδη αντίδραση της αλλεργίας). Σπανιότερα χρησιμοποιούνται παράγοντες όπως είναι οι θεοφυλλίνες, το χρωμολύνιο και οι β-διεγέρτες.

Προφύλαξη

Σε κάθε χορήγηση φαρμάκου, ειδικά αυτών που έχουν αυξημένη συχνότητα στην εμφάνιση αλλεργιών, θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις και να υπάρχει αυξημένη επαγρύπνηση. Τα τεστς που γίνονται για να διαγνωσθεί η αλλεργική προδιάθεση σε κάποιο φάρμακο (πχ πενικιλίνη), πέρα από το ότι δεν είναι απολύτως ασφαλή (έχουν αναφερθεί εκτεταμένες αναφυλακτικές αντιδράσεις μετά το τεστ), δεν εξασφαλίζουν και απόλυτα (έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αλλεργίας μετά από αρνητικό τεστ). Το κάθε άτομο που παρουσιάζει γνωστή αλλεργία, θα πρέπει να ενημερώνει για το αίτιο της αλλεργίας του και καλό θα ήταν να φέρει μια καρτέλα που θα αναγράφει ότι είναι αλλεργικό. Σε χρόνιες καταστάσεις η συμβουλή από ειδικό αλλεργιολόγο κρίνεται απαραίτητη.
Η μεγαλύτερη δυσκολία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η ταυτοποίηση του αιτιολογικού παράγοντα. Και αυτό γιατί υπάρχουν χιλιάδες αλλεργιογόνα και αρκετές φορές ένας ασθενής μπορεί να παρουσιάζει αλλεργία σε παραπάνω από ένα. Για την ανίχνευση του αιτίου είναι διαθέσιμα, τα λεγόμενα patch tests, στα οποία ο αλλεργιολόγος φέρνει σε επαφή τον ασθενή με μια σειρά από κοινά αλλεργιογόνα. Όταν βρεθεί το αίτιο της αλλεργίας αρχίζει η απευαισθητοποίηση του ασθενούς (γίνεται με σταδιακή έκθεση του ασθενούς σε ολοένα αυξανόμενα επίπεδα του αλλεργιογόνου). Τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα πετυχημένα.

Διαβάστε επίσης