Ερυθρά

Η ερυθρά είναι ήπια λοιμώδης εξανθηματική νόσος. Οι υποκλινικές μορφές της (δεν καταλαβαίνει το άτομο ότι νοσεί) είναι διπλάσιες από τις συμπτωματικές, έτσι ώστε 10-20% των εφήβων να έχουν αντισώματα χωρίς να ξέρουν πότε πέρασαν την ερυθρά. Σοβαρότατο όμως πρόβλημα προκαλεί η νόσηση κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, γιατί το έμβρυο μπορεί να πάθει σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες.

Αιτιολογία

Οφείλεται στον ιό της ερυθράς, που ανήκει στους ιούς του γένους Rubivirus που περιέχουν RNA. Ο ιό απομονώνεται από το έκκριμα του ρινοφάρυγγα, το αίμα, τα ούρα, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό και τα κόπρανα ατόμων που έχουν μολυνθεί με τον ιό (άλλοι δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και άλλοι νοσούν).

Στις χώρες που εφαρμόζεται προφυλακτικός εμβολιασμός, η νόσος εμφανίζεται σποραδικά. Επιδημίες μπορεί να παρατηρηθούν κάθε 6-9 χρόνια, κυρίως την άνοιξη στις χώρες που δεν εφαρμόζεται συστηματικά ο εμβολιασμός.

Εγκαταλείπει μόνιμη ανοσία. Βρέφη ηλικίας μέχρι 6 μηνών είναι άνοσα (δεν παθαίνουν ερυθρά), εάν η μητέρα έχει αντισώματα κατά της ερυθράς.

Πως μεταδίδεται

Η νόσος μεταδίδεται:
1. με τα σταγονίδια από το αναπνευστικό και
2. δια μέσου του πλακούντα οπότε μπορεί να προκαλέσει συγγενή λοίμωξη στο έμβρυο.

Πότε μεταδίδεται

Ο χρόνος μεταδοτικότητας στην επίκτητη ερυθρά είναι μια εβδομάδα πριν από την εμφάνιση του εξανθήματος έως μία εβδομάδα μετά. Παιδιά με συγγενή (μόλυνση κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης) ερυθρά αποβάλλουν τον ιό για μεγάλο χρονικό διάστημα και μπορεί να μεταδίδουν τη νόσο ακόμη και 12-18 μήνες μετά τη γέννηση.

Χρόνος επώασης

Ο χρόνος επώασης της ερυθράς, δηλαδή ο χρόνος μεταξύ της επαφής του ατόμου με τον ιό και της εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων, είναι 14-21 ημέρες.

Κλινική εικόνα

Η ερυθρά είναι συχνά ασυμπτωματική (χωρίς συμπτώματα) ή υποκλινική (με ήπια συμπτώματα). Δεν υπάρχει πρόδρομο στάδιο ή αν υπάρξει είναι πολύ σύντομο και περιλαμβάνει ελαφρά καταρροή, πυρέτιο (χαμηλό πυρετό) και διόγκωση (μεγαλώνουν) των οπιοθοωτιαίων (πίσω από τα αυτιά) και υπινιακών (στο υνίο= το οπίσθιο κάτω τμήμα του κεφαλιού) λεμφαδένων, οι οποίοι είναι ευαίσθητοι κατά την ψηλάφηση και υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η διόγκωση των παραπάνω λεμφαδένων, μία εβδομάδα μέχρι και 24 ώρες πριν από την εμφάνιση του εξανθήματος, αποτελεί ισχυρή ένδειξη και όχι απόδειξη ενεργούς λοίμωξης (δηλαδή ότι το άτομο έχει ερυθρά).

Η ερυθρά εκδηλώνεται κυρίως με εξάνθημα και διόγκωση των οπίσθιων τραχηλικών λεμφαδένων. Μπορεί να παρατηρηθεί μέτριος πυρετός που εμφανίζεται με την έναρξη του εξανθήματος και διαρκεί όσο αυτό.

To εξάνθημα οτην αρχή εμφανίζεται στο πρόσωπο και γρήγορα επεκτείνεται στον τράχηλο, τα χέρια, το σώμα (κορμό) και τα πόδια. Μέσα σε 24 ώρες έχει συνήθως καλύψει ολόκληρο το σώμα και εξαφανίζεται μετά από 3-4 ημέρες, με τη σειρά που εμφανίστηκε. Είναι ερυθρό (κόκκινο), κηλιδώδες (κηλίδα=επίπεδη περιγεγραμμένη μεταβολή του χρώματος του δέρματος χωρίς καμιά αλλαγή στο πάχος, την κατάσταση ή την σύστασή του) ή κηλιδοβλατιδώδες (κηλίδες και βλατίδες= στερεό έπαρμα της επιδερμίδας συνήθως σκληρής σύστασης και μικρού μεγέθους, μέχρι 1 εκατοστό), παρόμοιο με εκείνο της ιλαράς.

Το εξάνθημα κατά κανόνα δεν συρρέει (μαζεύεται σε ένα μέρος), με εξαίρεση το πρόσωπο, όπου μπορεί να συρρέει και δεν προκαλεί κνησμό (φαγούρα). Σπάνια συνυπάρχουν ενάνθημα (κηλίδες στους βλενογόνο του στόματος και της μαλακής υπερώας= οπίσθιο πάνω τμήμα του στόματος) και επιπεφυκίτιδα που δεν συνοδεύεται από φωτοφοβία (το άτομο δεν αντέχει το φως). Η διόγκωση των αδένων παραμένει για μερικές ημέρες μετά την εξαφάνιση του εξανθήματος.

Κατά τη διάρκεια της νόσου, σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους, μπορεί να παρουσιαστεί παροδική διόγκωση και πόνος των αρθρώσεων, ιδίως των πηχεοκαρπικων (αρθραλγία, αρθρίτιδα, τενοντίτιδα).

Διάγνωση

Στην πράξη η διάγνωση μπαίνει με βάση την κλινική εικόνα. Επειδή όμως η ερυθρά έχει παρόμοια κλινική εικόνα με πολλές άλλες ιογενείς λοιμώξεις, η διάγνωση δεν είναι πάντοτε εύκολη.

Οταν πρόκειται να αντιμετωπιστεί πρόβλημα λοίμωξης σε έγκυο, τότε είναι απαραίτητο να επιβεβαιώνεται η διάγνωση εργαστηριακά :
1. με απομόνωση του ιού ή ανίχνευση του αντιγόνου του σε φυσιολογικά υγρά ή σε παθολογικά εκκρίματα του ασθενούς, π.χ.σε καλλιέργεια φάρυγγα, ή
2. με ορολογικές δοκιμασίες (δοκιμασία αναστολής της αιμοσυγκόλλησης, ανοσοφθορισμός, ELISA, κ.ά.) στις οποίες αναζητούνται ειδικά αντισώματα (IgM και IgG) έναντι του ιού της ερυθράς.

Απόδειξη πρόσφατης νόσου αποτελεί η ανίχνευση του ειδικού IgM αντισώματος μόνο ή σε συνδυασμό με το ειδικό IgG αντίσωμα.

Αν βρεθεί μόνο το ειδικό IgG αντίσωμα, θα πρέπει να εξετασθούν νέα δείγματα αίματος 2 και 4 εβδομάδες μετά την πιθανή επαφή με τον ιό της ερυθράς, οπότε απόδειξη πρόσφατης νόσου θα αποτελέσει ο τετραπλασιασμός του τίτλου των IgG αντισωμάτων.

Τέλος απόδειξη πρόσφατης νόσου αποτελεί η ανίχνευση ειδικών IgG αντισωμάτων με χαμηλή δεσμευτική ικανότητα με το αντιγόνο του ιού της ερυθράς.

Διαφορική διάγνωση

θα γίνει από άλλες ιογενείς εξανθηματικές λοιμώξεις, όπως το λοιμώδες ερύθημα, το αιφνίδιο εξάνθημα, τη λοιμώδη μονοπυρήνωση, νόσο με εντεροίούς, από ήπιες μορφές ιλαράς και οστρακιάς και φαρμακευτικά εξανθήματα.

Επιπλοκές

Κυριότερη επιπλοκή θεωρείται η εγκεφαλίτιδα, που εμφανίζεται 1 εβδομάδα μετά την εμφάνιση του εξανθήματος σε συχνότητα 1:5000 έως 1:6.000 περιπτώσεις και ποικίλλει από πλευράς βαρύτητας.

Αλλες επιπλοκές είναι
1) η αρθρίτιδα
2) η θρομβοκυττοπενική πορφύρα, η οποία εκδηλώνεται μετά την αποδρομή της νόσου και έχει καλή πρόγνωση και
3) αιμολυτική αναιμία αυτοάνοσου τύπου.

Θεραπεία

Είναι συμπτωματική.

Προφύλαξη

Ο προφυλακτικός συστηματικός εμβολιασμός με μονοδύναμο εμβόλιο κατά της ερυθράς ή με το τριδύναμο εμβόλιο ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας σε ηλικία 15 μηνών (1η δόση) και 6 ετών (2η δόση) προφυλάσσει από την ερυθρά τα άτομα που δεν έχουν νοσήσει.

Στις γυναίκες που δεν έχουν περάσει ερυθρά συνιστάται να κάνουν εμβόλιο 3 μήνες πριν μείνουν έγκυες.

Πρόγνωση

Είναι καλή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κίνδυνος μόλυνσης του εμβρύου σε περίπτωση που μία γυναίκα νοσήσει κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και ο οποίος είναι 80% τις πρώτες 12 εβδομάδες της κύησης, 15% μεταξύ της 13ης-16ης εβδομάδας, πολύ περιορισμένος μεταξύ 17ης-20ης εβδομάδας και πρακτικά μηδενίζεται στην συνέχεια.

Διαβάστε επίσης