ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΔΥΣΧΕΡΕΙΑΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

Σύντομη περιγραφή – ορισμός

Ο όρος αυτός υποδηλώνει την οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια που αναπτύσσεται σαν επιπλοκή οποιασδήποτε πνευμονικής ή συστηματικής διαταραχής.

Αίτια

Τα αίτια του συνδρόμου αναπνευστικής ανεπάρκειας των ενηλίκων είναι πολυάριθμα και περιλαμβάνουν:
· Διάχυτες πνευμονικές λοιμώξεις
· Εισπνοή ερεθιστικών ουσιών
· Εισρόφηση γαστρικού υγρού ή νερού
· Γενικευμένες σηπτικές καταστάσεις
· Μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα από λήψη ναρκωτικών ή άλλων φαρμάκων
· Αυτοάνοσες διαταραχές
· Έντονη υπόταση στα πλαίσια πολλαπλών κακώσεων

Παθοφυσιολογία

Ανεξάρτητα του γενεσιουργού αιτίου, το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών αγγείων του πνεύμονα, με αποτέλεσμα υγρό να εξέρχεται και να καταλαμβάνει τις κυψελίδες και στον διάμεσο χώρο. Έτσι η διαδικασία της ανταλλαγής των αερίων αλλά και οι μηχανικές ιδιότητες των πνευμόνων διαταράσσονται σημαντικά. Ο κορεσμός του αίματος σε οξυγόνο είναι πολύ χαμηλός παρά την εξωγενή χορήγηση υψηλών πυκνοτήτων οξυγόνου.

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα εμφανίζονται αιφνίδια 12 – 48 ώρες μετά το αρχικό συμβάν και αφορούν:
· Έντονη δύσπνοια
· Ταχύπνοια
· Κυάνωση
· Ταχυκαρδία
· Αγωνιώδες συναίσθημα

Κλινική εξέταση – εργαστηριακά ευρήματα

Κατά την επισκόπηση του θώρακα διαπιστώνεται εργώδης αναπνοή με χρήση των επικουρικών αναπνευστικών μυών. Στην ακρόαση, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια, δεν διαπιστώνονται παθολογικά ευρήματα. Αργότερα εμφανίζονται ρόγχοι σε ολόκληρη την έκταση και των δύο πνευμόνων. Πολλές φορές συνυπάρχουν ευρήματα ανεπάρκειας πολλαπλών οργάνων όπως της καρδιάς, των νεφρών, του κεντρικού νευρικού συστήματος και του ήπατος. Η ανάλυση των αερίων του αρτηριακού αίματος εμφανίζει σημαντική μείωση της μερικής πίεσης του οξυγόνου, η οποία παραμένει χαμηλή ακόμη και μετά την εξωγενή χορήγηση υψηλών πυκνοτήτων οξυγόνου. Στην ακτινογραφία θώρακα διαπιστώνονται εκτεταμένες διάχυτες διηθήσεις του διάμεσου χώρου και των κυψελίδων και στους δύο πνεύμονες.

Θεραπεία

Η θεραπεία αποσκοπεί στην υποστήριξη του αναπνευστικού συστήματος και την αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου. Πολύ συχνά απαιτείται η καταστολή του αρρώστου, η εφαρμογή τραχειοσωλήνα και η μηχανική υποστήριξη της αναπνοής με τη βοήθεια αναπνευστήρα. Η υποξία αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση οξυγόνου ακόμη και σε μεγάλη πυκνότητα (100%). Παράλληλα χορηγούνται αντιβιοτικά για την καταπολέμηση των λοιμώξεων και διουρητικά προκείμενου να απομακρυνθεί το υγρό από τους πνεύμονες.

Πρόγνωση

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η πρόγνωση της νόσου ήταν απελπιστική με θνητότητα που άγγιζε το 100%. Με τη βελτίωση των μεθόδων υποστήριξης των ζωτικών λειτουργιών σε οργανωμένες μονάδες εντατικής θεραπείας, η θνητότητα έχει μειωθεί στο 50%.