Κύηση και φυματίωση

Γενικά

Η πνευμονική φυματίωση πολύ σπάνια προκαλεί επιπλοκές στην κύηση και συνήθως πρόκειται για νόσο που προϋπάρχει τη κυήσεως. Μόνο ένα 10% αφορά περιπτώσεις πρωτομόλυνσης κατά τη διάρκεια της κύησης. Ενα μεγάλο ποσοστό των εγκύων που έχουν προσβληθεί από τη φυματίωση, δεν παρουσιάζει συμπτώματα, ενώ η κλασική συμπτωματολογία, στις περιπτώσεις που εμφανίζεται περιλαμβάνει αιμόπτυση, βήχα με καταβολή δυνάμεων, νυκτερινούς ιδρώτες και απώλεια σωματικού βάρους.

Η πνευμονική φυματίωση κατά κανόνα ούτε επιβαρύνει ούτε επιβαρύνεται από την κύηση. Η έγκυος ασθενής συνήθως διευκολύνεται στη δεύτερη περίοδο της εξώθησης με την εμβρυουλκία, για αποφυγή περαιτέρω κόπωσης, ενώ εάν χρειασθεί χορήγηση γενικής αναισθησίας αυτή δεν αντενδείκνυται, αλλά ο αναπνευστήρας που θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να αποστειρωθεί πριν ξαναχρησιμοποιηθεί σε άλλους ασθενείς.

Διάγνωση

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με απομόνωση του μυκοβακτηρίου από καλλιέργειες γαστρικού υγρού, ούρων και εγκεφαλονωτιαίου υγρού, αλλά συνήθως απαιτείται πολύς χρόνος για την καλλιέργειά του. Σημαντικό βοήθημα μπορεί να αποτελέσει και η ακτινογραφία θώρακος, ιδιαίτερα εάν υπάρχει και προηγούμενη για σύγκριση. Η συγγενείς φυματίωση είναι πολύ σπάνια και εκδηλώνεται με πρωτοπαθές σύμπλεγμα στο ήπαρ.

Επιδράσεις στο έμβρυο

Συνήθως η προσβολή του εμβρύου γίνεται κατά τον τοκετό, από εισρόφηση και σε αυτές τις περιπτώσεις λόγω της αναπτυσσόμενης πνευμονίας η πρόγνωση είναι βαριά. Η διάγνωση στις περιπτώσεις που η προσβολή του νεογέννητου είναι ασυμπτωματική, είναι δύσκολη γιατί η δερματοαντίδραση θετικοποιείται μετά τη παρεύλευση 3-5 εβδομάδων. Εάν η μητέρα έχει ενεργό φυματίωση, το νεογνό είναι απαραίτητο να απομονωθεί από αυτή τουλάχιστο για 3 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας, ενώ το ίδιο το νεογνό πρέπει γενικά να απομονωθεί μέχρι να αποκλεισθεί η προσβολή του από τη φυματίωση. Πρέπει επίσης να εμβολιασθεί με το εμβόλιο ΒCG και να αποκτήσει θετική φυματινοαντίδραση, πριν το αναλάβει η μητέρα του.

Αντιμετώπιση

Η θεραπευτική αγωγή της φυματίωσης δεν μεταβάλλεται κατά την κύηση, ωστόσο ορισμένα φάρμακα πρέπει να αποφεύγονται λόγω του κινδύνου τερατογένεσης στο έμβρυο. Η συνήθης φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει την ισονιαζίδη, την εθαμβουτόλη και την ριφαμπικίνη. Εάν διαπιστωθεί ότι το μυκοβακτηρίδιο είναι ευαίσθητο στα φάρμακα αυτά η εθαμβουτόλη διακόπτεται ενώ τα υπόλοιπα φάρμακα χορηγούνται για διάστημα 9 μηνών. Ο κίνδυνος είναι σοβαρός όταν το μυκοβακτηρίδιο είναι πολυανθεκτικό στα φάρμακα αυτά, γιατί πλέον απαιτείται η χορήγηση άλλων φαρμάκων, τα οποία αποφεύγονται κατά την κύηση λόγω της τερατογόνου δράσης τους. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει το ενδεχόμενο θεραπευτικής διακοπής της κύησης. Η αντιφυματική αγωγή μπορεί να συνεχιστεί και κατά τη γαλουχία.

Διαβάστε επίσης