ΕΛΚΩΔΗΣ ΚΟΛΙΤΙΔΑ

Σύντομη περιγραφή – ορισμός

Μη ειδική χρόνια φλεγμονώδης νόσος του παχέος εντέρου, που χαρακτηρίζεται από δημιουργία ελκών στο βλεννογόνο του και πολύ συχνά προκαλεί αιματηρή διάρροια.

Παθογένεια

Ανήκει στην οντότητα που ονομάζεται «φλεγμονώδης νόσος του εντέρου» και στην οποία περιλαμβάνεται και η νόσος του Crohn. Γενικά, οι δύο αυτές φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου εμφανίζουν ομοιότητες ως προς την κλινική πορεία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Παρουσιάζουν βέβαια και διαφορές οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυσδιάκριτες.

Η αιτιολογία είναι άγνωστη. Θεωρείται ότι πιθανόν να υπάρχει προδιάθεση, που οδηγεί σε μία μη ελεγχόμενη ανοσολογική αντίδραση του εντέρου, έναντι κάποιων περιβαλλοντικών, διαιτητικών ή μικροβιακών παραγόντων.
Η φλεγμονή του εντέρου περιορίζεται μόνο στο βλεννογόνο του, σε αντίθεση με τη νόσο του Crohn. Χαρακτηρίζεται από άθροιση φλεγμονωδών κυττάρων, δημιουργία μικροαποστημάτων και χαρακτηριστικών ελκών, που έδωσαν και το όνομά τους στη νόσο. Στα σημεία προσβολής δεν υπάρχει υγιής ιστός, αλλά όλος ο βλεννογόνος εμφανίζει τις βλάβες (σε αντίθεση με τη νόσο του Crohn).

Η ελκώδης κολίτιδα προσβάλλει μόνο το παχύ έντερο και όχι άλλα τμήματα του πεπτικού, όπως η νόσος του Crohn. Στο 50% των περιπτώσεων προσβάλλεται το ορθό και το σιγμοειδές (πρωκτοσιγμοειδίτιδα). Στο 30% υπάρχει επέκταση στην προσβολή έως την αριστερή κολική καμπή και σε ποσοστό μικρότερο από 20% η νόσος επεκτείνεται σε όλο σχεδόν το έντερο (πανκολίτιδα).

Η χρόνια ελκώδης κολίτιδα θεωρείται προδιαθεσικός παράγοντας ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου.

Πρόληψη

Δεν είναι δυνατή.

Κλινική εικόνα

Η νόσος εξελίσσεται χρονίως με εξάρσεις και υφέσεις, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις η βαρύτητα των συμπτωμάτων έχει σχέση με την έκταση της νόσου. Η έκταση προσβολής του παχέος εντέρου συνήθως δεν αυξάνει με την πάροδο του χρόνου.

– Επεισόδια αιματηρής διάρροιας είναι το πιο συχνό σύμπτωμα. Τα επεισόδια έξαρσης της νόσου ξεκινούν αθόρυβα με έντονο αίσθημα ανάγκης προς αφόδευση, χαμηλό κοιλιακό πόνο και αποβολή βλέννας και αίματος στα κόπρανα (βλεννοαιματηρές κενώσεις).

– Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα επεισόδια έξαρσης μπορεί να έχουν οξεία και κεραυνοβόλο μορφή, με έντονη διάρροια, ψηλό πυρετό, σημεία περιτονίτιδας και βαριά (τοξική) εικόνα του ασθενούς (ταχυσφυγμία και πτώση της αρτηριακής πίεσης).

– Μακροχρόνια, με τις συχνές προσβολές, υπάρχει διαταραχή της θρέψης με απώλεια σωματικού βάρους.

– Ανάλογα με τον αριθμό των κενώσεων, την κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά ευρήματα διακρίνουμε ήπια, μέσης βαρύτητας και σοβαρή μορφή της νόσου.

– Υπάρχουν όμως και εκδηλώσεις που αφορούν άλλα όργανα εκτός του εντέρου, που λέγονται εξωεντερικές:
αρθρίτιδα των περιφερικών αρθρώσεων (άνω κάτω άκρων) ή τύπου αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας
φλεγμονή του ματιού (ραγοειδίτιδα, επισκληρίτιδα)
στοματίτιδα με άφθες
δερματικές βλάβες: οζώδες ερύθημα, γαγγραινώδες πυόδερμα
περικαρδίτιδα
διαταραχές της ηπατικής βιοχημείας, λιπώδης διήθηση του ήπατος, αυτοάνοση ηπατίτιδα, πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειΐτιδα ή ακόμη και κίρρωση. Η πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειΐτιδα εμφανίζεται στο 5% των ασθενών και μπορεί να προηγείται της κλινικής εμφάνισης της ελκώδους κολίτιδας.

Ορισμένες από τις παραπάνω εξωεντερικές εκδηλώσεις μπορούν να εμφανιστούν και στη νόσο του Crohn.

Επιπλοκές

1. Αιμορραγία από το έντερο.
2. Τοξική κολίτιδα: τα έλκη του βλεννογόνου επεκτείνονται σε όλο το τοίχωμα του παχέος εντέρου, με αποτέλεσμα εντοπισμένο ειλεό και περιτονίτιδα.
3. Τοξικό μεγάκολο: μεγάλη διάταση του εγκαρσίου κόλου (>6 εκατοστών) με κίνδυνο διάτρησης, περιτονίτιδας και σηψαιμίας.
4. Στενώσεις του εντέρου
5. Ραγάδες πρωκτού, περιπρωκτικά συρίγγια και αποστήματα
6. Ανάπτυξη καρκίνου του παχέος εντέρου, όταν η νόσος διαρκεί περισσότερο από 10 χρόνια. Τότε ο κίνδυνος αυξάνει σε 0,5-1% κάθε χρόνο. Σε ασθενείς που πάσχουν για περισσότερο από 8-10 χρόνια, πρέπει να γίνεται τακτικός ενδοσκοπικός έλεγχος με λήψη βιοψιών, κατά προτίμηση όταν η νόσος βρίσκεται σε ύφεση. Λήψη φυλλικού οξέος θεωρείται ότι προφυλάσσει από τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου.

Διάγνωση

Η κλινική εικόνα θέτει την υποψία, ενώ η επιβεβαίωση της διάγνωσης γίνεται με:

– Ορθοσιγμοειδοσκόπηση και λήψη βιοψιών. Η ολική κολοσκόπηση δεν είναι αρχικά τουλάχιστον απαραίτητη, ενώ σε πολύ βαριές εξάρσεις μπορεί να ενέχει και κίνδυνο περαιτέρω τραυματισμού του βλεννογόνου, αν δεν έχει προηγηθεί θεραπεία.

– Βαριούχο υποκλυσμό. Και αυτή η εξέταση είναι επικίνδυνη σε περιπτώσεις έξαρσης της νόσου. Πάντως όταν η νόσος είναι σε ύφεση πρέπει να εξετασθεί ολόκληρο το παχύ έντερο.

– Διαφόρων ειδών εντεροκολίτιδες είναι δυνατόν να εμφανίσουν ανάλογη κλινική εικόνα. Ιδιαίτερη δυσκολία μπορεί να υπάρξει στη διάκριση της ελκώδους κολίτιδας από την νόσο του Crohn, όταν η τελευταία προσβάλλει την ορθοσιγμοειδική περιοχή.

’λλα εργαστηριακά ευρήματα:
– Αναιμία, αύξηση λευκών αιμοσφαιρίων
– Αύξηση της ΤΚΕ, CRP
– Μείωση της αλβουμίνης του ορού
– Διάταση του παχέος εντέρου ορατή σε απλή ακτινογραφία σε περίπτωση μεγακόλου.

Αντιμετώπιση

Στόχος, είναι αρχικά η αντιμετώπιση της έξαρσης της νόσου και ακολούθως η εφαρμογή αγωγής συντήρησης, ώστε να προληφθούν νέες κρίσεις.

– Η δίαιτα πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Οι τροφές πλούσιες σε φυτικό υπόλειμμα μειώνουν τη διάρροια.
– Αντιδιαρρροϊκά φάρμακα βοηθούν ασθενείς με χρόνια συμπτώματα και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στην οξεία φάση της νόσου.

Ειδική αντιφλεγμονώδης θεραπεία
– Μεσαλαμίνη (5-αμινοσαλικυλικό οξύ), σε υπόθετα, υποκλυσμούς ή χάπια
– Κορτικοειδή σε υπόθετα, υποκλυσμούς, χάπια ή ενδοφλέβια σκευάσματα.
– Σουλφασαλαζίνη
– Ανοσοκατασταλτικά (κυκλοσπορίνη, αζαθειοπρίνη, μερκαπτοπουρίνη)

Σε πολύ βαριές μορφές ή κεραυνοβόλες καταστάσεις, απαιτείται νοσηλεία στο νοσοκομείο με:
– διακοπή σίτισης και τοποθέτηση ρινογαστρικού σωλήνα (με σκοπό την «ανάπαυση του εντέρου»)
– εκτίμηση ζωτικών σημείων και υποστήριξη της κυκλοφορίας
– ακτινογραφίες κοιλίας για έγκαιρη διάγνωση τοξικού μεγακόλου
– υψηλές δόσεις κορτικοειδών ενδοφλεβίως
– χειρουργική εκτίμηση

Χειρουργική αντιμετώπιση
Ολική κολεκτομή, (ορθο-πρωκτο-κολεκτομη), είναι η εγχείρηση εκλογής στους περισσότερους ασθενείς. Χειρουργική θεραπεία απαιτείται σε:

– Επιπλοκές (αιμορραγία, διάτρηση)
– Βαριά, οξεία προσβολή μη ανταποκρινόμενη σε 48-72 ώρες
– Ανάπτυξη καρκίνου
– Ασθενείς με ανθεκτική νόσο, που υποτροπιάζουν μετά τη διακοπή της θεραπείας με κορτιζόνη ή απαιτούνται μεγάλες δόσεις κορτικοειδών ή αδυναμία, κακή θρέψη με ανικανότητα προς εργασία.

Με τη σωστή αγωγή, οι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν μια ομαλή και παραγωγική ζωή.