Η επόμενη μέρα της πανδημίας


Αθήνα, 16 Οκτωβρίου 2020, ‘’227 νέα κρούσματα και 8 νέοι θάνατοι συνανθρώπων μας’’. Παρίσι, 14 Οκτωβρίου, ‘’η χώρα μας βρίσκεται σε  κατάσταση έκτακτης υγειονομικής ανάγκης, οι άνθρωποι που νοσούν είναι παραπάνω από 22.590’’. Βερολίνο, 13 Οκτωβρίου, ‘’την Γερμανία έχουν σημαδέψει τα σημερινά νέα 6.638 κρούσματα’’. Λονδίνο, 15 Οκτωβρίου, ‘’αγχωμένος ο Βρετανός Υπουργός Υγείας Ματ Χάνκοκ ανακοινώνει τους νέους 18.980 ασθενείς στην πατρίδα του’’.

Σήμερα, μετά από μήνες μιας πανδημίας αδίστακτης, καθολικής και επίπονης, το φως της Ακρόπολης δεν αρκεί να φωτίσει μια πόλη που ξέμεινε σε μια ζοφερή συνθήκη, ο πύργος του Άιφελ μοιάζει να αγγίζει τον ουρανό και τους τόσους ανθρώπους που φιλοξενεί άδικα, οι δείκτες του Μπίγκ Μπεν δείχνουν να βιάζονται, να κυνηγούν τον χρόνο, αυτή την νέα μέρα, της υγιούς, της φυσιολογικής μας ζωής.

Κι ύστερα, μέσα στο τόσο άδειο Κολοσσαίο η ηχώ νοητών φωνών ουρλιάζει εκείνον τον φόβο για το ακαθόριστο. Στη Σαγράδα Φαμίλια, τα σταυρωμένα χέρια και οι σιωπηλές προσευχές για ζωή ,για ελπίδα, συγκινούν έναν Θεό που αναμετρά ήρωες και αγγέλους. Μία προαναγγελία θανάτου, μια αντίστροφη μέτρηση, ένας απόηχος ανθρώπων που γίναν αριθμοί, εκατοντάδες πόλεις φαντάσματα, εξισώνουν έναν ολόκληρο πλανήτη.

Μέρες που ξημερώνουν καταπιεστικά, με παιδιά πίσω από παράθυρα να κάνουν νεύματα σε παππούδες και γιαγιάδες, με ερωτευμένους να χαμογελούν ντροπαλά πίσω από μια μάσκα, με νέους να τρέχουν να προλάβουν το τηλέφωνο για αυτά τα λεπτά που θα γελάσουν, θα σχεδιάσουν, θα ξεχαστούν.

Στην Εθνική ένας ηλικιωμένος τρέχει να μεταφέρει την γυναίκα του σε ένα νοσοκομείο, που τα κρεβάτια του αρνούνται να μοιραστούν κι άλλα σώματα, που τα σεντόνια του είναι αφιλόξενα. Σε μια γειτονιά, αποξενωμένοι άνθρωποι περπατάνε μακριά από ένα σπίτι που παρομοιάζεται περισσότερο με φυλακή.

Περπατάνε με αποστάσεις, τέτοιες που παίρνουν το σχήμα του φόβου τους. Σε ένα εφηβικό υπνοδωμάτιο, ένα κορίτσι σε απομόνωση, τα δάκρυα της οποίας καρφώνουν την μοναξιά, ταξιδεύει με την φαντασία της στην Βενετία ή στο Άμστερνταμ και περιμένει να αγκαλιάσει ξανά τους γονείς της.

Σε μια συνολικά εφησυχασμένη κοινωνία, η πανδημία ντυμένη ως επιδρομέας, αφήνει μια πικρή γεύση τρόμου, αγωνίας και απαισιοδοξίας. Πώς ένας λαός θα πολεμήσει την φθορά, πως θα ζυγώσει το πλήρωμα του χρόνου, πώς θα αποχαιρετήσει έναν πατέρα, μία αδελφή, έναν φίλο, μια γειτόνισσα; Και αν η απάντηση είναι με εμπιστοσύνη στην επιστήμη, με υπομονή και με συνέπεια γιατί δεν αισθανόμαστε επιτέλους δυνατοί;

Ο πλανήτης ευγνωμονεί χιλιάδες γιατρούς ή μάλλον είναι ηθική υποχρέωση και καθήκον να ευγνωμονεί. Στο μπροστά μέτωπο μιας υπόκωφης μάχης, κατάκοποι και άυπνοι άνθρωποι, υποκριτικά αισιόδοξοι, καθησυχάζουν την απελπισία που περισσεύει στους ψυχρούς νοσοκομειακούς διαδρόμους.

Κάθε καινούρια μέρα φοράνε την ρόμπα και την ελπίδα σαν κόσμημα χρυσό που θα χαρίσουν σε τυχαίους συνανθρώπους τους. Κρατάνε τα τρεμάμενα χέρια τους και χαμογελάνε σαν να υπενθυμίζουν πως ‘’ H υγεία και η καλή διάθεση δημιουργούν η μία την άλλη.’’Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος έλεγε ‘’Λαός που βαδίζει προς το θάνατο τραγουδώντας, βαδίζει προς τη ζωή’’.

Πόσο νόημα αποκτάει τώρα μια παιδική ζωγραφιά, μια φωτογραφία μιας Αθήνας γεμάτης, τα αναμμένα τζάκια, ένα ωραίο βιβλίο, μια βόλτα στη φύση, αυτό το ποίημα που σε συγκίνησε, εκείνη η κωμωδία που σε έκανε να γελάσεις, ή το γλυκό που έφτιαξες με την μαμά σου. Η γλυκιά αδημονία καταπραΰνει πάντοτε τον πόνο.

Οι παγκόσμιες κρίσεις, η απομόνωση, ο αποχωρισμός διδάσκουν αλτρουισμό. Είναι κοινωνικό έργο να προφυλάσσεσαι και να θρηνείς, εναποθέτοντας ένα κομμάτι του εαυτού σου σε μια κοινή μάχη ενάντια σε κάθε ασθένεια, κάθε σύμπτωμα. Διδάσκουν ακόμη την ισχύ του αιφνίδιου, του γρήγορου, του μικροβίου που δεν κάνει διακρίσεις ούτε χάρες. Διδάσκουν την υφήλιο να προσαρμόζεται, να αλληλοβοηθείται, να θυσιάζεται, να εξελίσσεται και να εμπιστεύεται.

Δεν είναι δεδομένο η ζωή ούτε δώρο η υγεία. Ατενίζοντας το μέλλον που θέλουμε, με τα αποθέματα υπομονής που κερδίσαμε, ξυπνάμε μια πόλη, μια χώρα, έναν κόσμο που αποκοιμήθηκε. Αναπολώντας τις όμορφες μέρες και αναμένοντας τις ομορφότερες, εκτιμώντας τις μέρες που μας χαρίζονται, θέτοντας νέες αφετηρίες, νοσταλγώντας. Κλειδωμένοι στο σπίτι, μόνοι και πολύ μικροί μπροστά σε έναν απρόσωπο, άψυχο εχθρό, ας αγαπήσουμε εμάς.

Ας δουλέψουμε για εμάς, ας δουλέψουμε εμάς, ας ρισκάρουμε, ας μην αφήσουμε ανείπωτα λόγια, ας ευχαριστήσουμε τον εαυτό και τους γύρω μας. Είμαστε πολλοί και άξιοι μαχητές, κυνηγοί του μεγαλύτερου σκοπού. Κρίμα δεν είναι να ξεχάσουμε πώς ‘’το αύριο είναι μια άλλη μέρα’’;